.

Ο τελευταίος κατάσκοπος της KGB εξομολογείται ~ enstoloi.gr, Τμήμα Σωμάτων Ασφαλείας ΣΥΡΙΖΑ Αστυνομία Λιμενικό , Πυροσβεστική
                                                                                                             

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Ο τελευταίος κατάσκοπος της KGB εξομολογείται




Δύο ζωές, ένα ψέμα

Η διπλή ζωή του Τζακ Μπάρσκι τελείωσε στις όχθες του ποταμού Ντέλαγουεαρ. Οδηγούσε ένα Mazda 323 από τη Νέα Υόρκη, όταν, διασχίζοντας μια γέφυρα, ένας αξιωματικός του έκανε νόημα να σταματήσει. Ο Μπάρσκι σταμάτησε και ένας άνδρας ντυμένος με πολιτικά εμφανίστηκε στο παράθυρό του, λέγοντας: «FBI. Κύριε Μπάρσκι, πρέπει να μιλήσουμε». Μετάφραση - Νοηματική απόδοση: Χρήστος Θ. Παναγόπουλος


«Με συλλαμβάνετε;», ρώτησε ο Μπάρσκι. Και μετά είπε: «Γιατί αργήσατε τόσο;».

Το κυνήγι του ανθρώπου που θεωρείται ως ο τελευταίος κατάσκοπος της KGB που δρούσε στις ΗΠΑ έληξε μια Παρασκευή το Μάιο του 1997. Είχαν περάσει 6.794 ημέρες από τότε που ο Άλμπρεχτ Ντίτριχ, ένας κάτοικος της πρώην Ανατ. Γερμανίας από την πόλη Τζένα, είχε ταξιδέψει στην Αμερική με σκοπό να κατασκοπεύσει για τη Σοβιετική Υπηρεσία Πληροφοριών, την KGB.

Τη στιγμή που συνελήφθη, ωστόσο, η Σοβιετική Ένωση δεν υπήρχε πλέον και ο Ψυχρός Πόλεμος ανήκε πλέον στην Ιστορία. Ο κομμουνιστής πράκτορας ήταν πλέον ένας 47χρονος Αμερικανός με σύζυγο, παιδιά και μια ζωή στα προάστια. Ένας ψηλός, ξανθός άνδρας με τα μαλλιά του χτενισμένα με αριστερή χωρίστρα, ο οποίος έπρεπε να οδηγά για να πηγαίνει στη δουλειά του νωρίς το πρωί, έπαιζε μπάσκετ με την κόρη του στον κήπο και καλούσε τους φίλους του στο σπίτι τα Σαββατοκύριακα για μπάρμπεκιου. Μόνον κάποιος πολύ παρατηρητικός θα μπορούσε να εντοπίσει την λεπτή προφορά του.

Ενδεχομένως θα εξακολουθούσε να παραμένει ασύλληπτος υπό τη μεταμφίεσή του, εάν δεν ήταν ο Βασίλι Μιτρόκιν, ένας πρώην αρχειονόμος της KGB που είχε διαφύγει στο Λονδίνο το 1992 και αποκάλυψε τις ταυτότητες χιλιάδων πρακτόρων της KBG, οι οποίοι επιχειρούσαν ανά την υφήλιο. Ένα από τα ονόματα που αποκάλυψε ήταν αυτό του Μπάρσκι.
Για τρία χρόνια, το FBI παρακολουθούσε τον Τζακ Μπάρσκι, βάζοντας «κοριούς» στο σαλόνι και την κουζίνα του, κατασκοπεύοντάς τον με κιάλια ή ακόμα και αγοράζοντας το γειτονικό σπίτι, ώστε να τον παρατηρεί από όσο το δυνατόν πιο κοντά.
Ξεσκεπάζοντας τον πράκτορα

O Τζο Ράιλι (αριστερά) μαζί με τον Τζακ Μπάρσκι (δεξιά)

Ο πράκτορας που παρακολουθούσε τον Μπάρσκι από το διπλανό σπίτι ήταν ο Τζο Ράιλι, ο οποίος είχε θητεύσει στην αντικατασκοπεία του FBI για 23 χρόνια, ένας συντηρητικός Αμερικανός πατριώτης και θεοσεβής Καθολικός. Ήταν ο πρώτος από την οικογένειά του που φοίτησε στο κολλέγιο. Βρήκε την πραγματική κλίση του στο FBI, το οποίο του επέτρεψε να υπερασπιστεί τη χώρα που του έδωσε τόσες πολλές δυνατότητες ενάντια σε εισβολείς. Είχε ήδη κατορθώσει να ξεσκεπάσει και πολλούς άλλους πληροφοριοδότες μυστικών υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων υπήρχαν Ανατολικοευρωπαίοι διπλωμάτες και ξένοι φοιτητές. Αλλά το μεγάλο ψάρι ήταν ο Μπάρσκι.

Η ανακάλυψη του Ανατολικογερμανού πράκτορα δεν ταρακούνησε ακριβώς συθέμελα την Ουάσιγκτον, όπως είχε γίνει στις περιπτώσεις του Άλντριχ Έιμις ή των Τζούλιους και Ρουθ Ρόζεμπεργκ. Και πάλι όμως, το γεγονός ότι ένας κατάσκοπος μπορούσε να ζει με ψεύτικη ταυτότητα στις ΗΠΑ για σχεδόν δύο δεκαετίες στις ΗΠΑ χωρίς να έχει εντοπιστεί, συνιστούσε ντροπή για το σύνολο του FBI.

Ο Ράιλι ξόδεψε μήνες ολόκληρους, παρατηρώντας τον Γερμανό. Πρώτα, μεταμφιέστηκε σε ορνιθολόγο, ο οποίος παρακολουθούσε από ένα διπλανό χωράφι και μετά από το γειτονικό σπίτι. Παρακολουθούσε την καθημερινή ζωή του, γνωρίζοντας τον Μπάρσκι από απόσταση, ακόμη και συμπαθώντας τον. Κάθε λίγο και λιγάκι περίμενε τον Μπάρσκι να ξεγλιστρήσει. Στο τέλος, ήταν ένας καβγάς ανάμεσα στον Μπάρσκι και τη γυναίκα του που έφερε τη διπλή ζωή του στο φως. Κατά τη διάρκεια του τσακωμού, ο Μπάρσκι φώναξε στη σύζυγό του, η οποία, παρεμπιπτόντως, ήταν κι εκείνη κατάσκοπος.
Αυτό ήταν και το λάθος.
Ο Μπάρσκι συνελήφθη λίγο καιρό αργότερα. Μετά την κράτησή του, ο Ράιλι ανέκρινε τον Γερμανό για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο μέσα σ' ένα μοτέλ. Ο Μπάρσκι ομολόγησε αλλά και αποκάλυψε τον κώδικα Μορς που χρησιμοποιούσε για να στέλνει μυστικά μηνύματα στους ερευνητές του FBI καθώς και ό,τι άλλο γνώριζε για τις τεχνικές εκπαίδευσης της KGB αλλά και τον επιχειρησιακό τρόπο των Ρώσων κατασκόπων.
«Στην πραγματικότητα, όλοι συλλαμβάνονταν ή εκτελούνταν, ή απαγχονίζονταν ή έπιναν μέχρι θανάτου», είπε ο Ράιλι. Αλλά όχι ο Γερμανός, μιας και ήταν πολύτιμος για το FBI. Τόσο πολύτιμος, μάλιστα, που τον άφησαν να φύγει μόλις ένα σαββατοκύριακο μετά τη σύλληψή του. Ο Ράιλι ήταν πεπεισμένος ότι ο Μπάρσκι θα μπορούσε να υπηρετήσει καλύτερα τις ΗΠΑ όντας ελεύθερος, παρά έγκλειστος στη φυλακή. Με αυτό τον τρόπο, έδωσε τη δυνατότητα στον Γερμανό να αποφύγει μια πολυετή κάθειρξη.
Χρόνο με το χρόνο, ο κυνηγός των κατασκόπων και ο πρώην κατάσκοπος ανέπτυξαν μια παράξενη φιλία. Σήμερα, οι δυο τους παίζουν ακόμη και γκολφ παρέα.
Ανατρέχοντας πίσω στον Ψυχρό Πόλεμο
Η ιστορία του Μπάρσκι είναι ένα ταξίδι στο χρόνο, που δίνει μια ματιά στο τι συνέβαινε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Θυμίζει την πρόσφατη τηλεοπτική σειρά «Οι Αμερικάνοι», που περιγράφουν την ιστορία δύο πρακτόρων της KGB που ζουν στην Ουάσιγκτον με τα παιδιά τους και που έχουν ξεχάσει τις αληθινές τους ταυτότητες. Η διαφορά εδώ είναι πως η ιστορία του Μπάρσκι είναι αληθινή.

Ο Τζακ Μπάρσκι ή Άλμπρεχτ Ντίτριχ σε νεαρή ηλικία

Μολονότι βασίζεται σε προσωπικούς του ισχυρισμούς, ο Ράιλι υποστηρίζει την εκδοχή του στα πιο αδρά σημεία.
Η ιστορία ξεκινά με ένα νεαρό χημικό, εύστροφο και πολύ όμορφο, αλλά με μια μικρή αδυναμία: θέλει να βγαίνει έξω από το πλήθος και να ξεχωρίζει. Όταν η KGB τον πλησιάζει το 1970, ενθουσιάζεται με την ιδέα ότι θα γίνει ένας πράκτορας στη Δύση. «Θα μπορούσα να δω τον κόσμο και δεν χρειαζόταν να ακολουθήσω τους συνήθεις κανόνες - θα μπορούσα να είμαι υπεράνω του νόμου», εξηγεί.
Στο Βερολίνο, έμαθε την τέχνη της κατασκοπείας - τη μυστικής χειρογραφία, τον κώδικα Μορς αλλά και πώς να το σκάει από ανθρώπους που τον παρακολουθούν. Ύστερα, πήγε στη Μόσχα, όπου εκπαιδεύτηκε για δύο ολόκληρα χρόνια ως πράκτορας. Έμαθε Αγγλικά, αποστηθίζοντας εκατοντάδες λέξεις καθημερινά. Πίσω στην Τζένα, η φιλενάδα του, η Γκερλίντε, και άλλοι περίμεναν την επιστροφή του.
Στις 8 Φεβρουαρίου 1978, ο τότε 29χρονος Άλμπρεχτ Ντίτριχ, έφτασε στο Σικάγο, με 6.000 δολάρια στις βαλίτσες του και το πιστοποιητικό γεννήσεως του Τζακ Μπάρσκι, ενός αγοριού που είχε πεθάνει το 1955 σε ηλικία 10 ετών. Ένας υπάλληλος από τη Σοβιετική Πρεσβεία στην Ουάσιγκτον είχε σημειώσει το όνομα σε ένα νεκροταφείο και έλαβε ένα αντίγραφο του πιστοποιητικού γεννήσεως.

Αποτυχία στο Πρώτο Εμπόδιο
Το σχέδιο της KGB για τον Μπάρσκι ήταν να λάβει διαβατήριο με τη βοήθεια του πιστοποιητικού γεννήσεων και έπειτα να ξεκινήσει της ζωή του ως επιχειρηματίας και να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερους πολιτικούς φίλους ή μέλη της κοινωνίας με ισχυρή κοινωνική επιρροή. Επιπλέον, ήθελαν από αυτόν να έρθει σε επαφή με τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας, Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και εν συνεχεία να τον κατασκοπεύει.
Ήταν ένα φιλόδοξο σχέδιο αλλά απέτυχε στο πρώτο κιόλας εμπόδιο. Ο Γερμανός δεν κατόρθωσε να λάβει αμερικανικό διαβατήριο. Η KGB δεν τον είχε προετοιμάσει για την αμερικανική γραφειοκρατία.
Παρόλα αυτά, ο Άλμπρεχτ Ντίτριχ δεν το έβαλε κάτω. Ονόμασε τον εαυτό του Τζακ Μπάρσκι και ξεκίνησε να δουλεύει ως δικυκλιστής μεταφορέας μηνυμάτων στη Νέα Υόρκη. Ύστερα από λίγο, έλαβε αριθμό Κοινωνικής Ασφαλείας - το πρώτο βήμα για να γίνει κανείς Αμερικανός πολίτης. Σπούδασε  υπολογιστές και εν συνεχεία άρχισε να δουλεύει ως προγραμματιστής σε μια ασφαλιστική εταιρεία. Όποτε κάποιος τον ρωτούσε από πού ήταν, εκείνος τους απαντούσε: Από το Νιου Τζέρσεϊ. Κι αν τον ρωτούσαν για την προφορά του, εκείνος έλεγε πως η μητέρα του ήταν Γερμανίδα.
Αναπολώντας το παρελθόν σήμερα, λέει πως ήταν ένας καλός ψεύτης. Τις νύχτες έγραφε προφίλ πιθανών νέων πρακτόρων. Συνέτασσε πολιτικές εκτιμήσεις και χρησιμοποιούσε μικρά χαλύβδινα κιβώτια, στα οποία αποθήκευε φωτογραφίες και μικροφίλμ καμουφλαρισμένα ως πέτρες. Τα έκρυβε στην άκρη της πόλης, σε ένα πάρκο, έτσι ώστε να τα βρίσκουν αργότερα άλλοι πράκτορες. Κάθε Πέμπτη στις 21:15, ο Μπάρσκι καθόταν στο σπίτι του με τον ασύρματό του συντονισμένο στα βραχέα και λάμβανε μηνύματα από το αρχηγείο της KGB στη Μόσχα. Μια φορά, επρόκειτο να ανακαλύψει έναν φυγά κατάσκοπο της KGB στον Καναδά και σε άλλη περίπτωση του ζητήθηκε να εκτιμήσει τη γνώμη των Αμερικανών για τον πόλεμο του Κόκκινου Στρατού στο Αφγανιστάν.
Οικονομική κατασκοπεία
Με δική του ευθύνη, η μεγαλύτερή του επιτυχία την εποχή εκείνη ήταν η κλοπή ενός προγραμματιστικού κωδικού, την ταυτότητα του οποίου δεν αποκαλύπτει ακόμη και σήμερα. Ο Μπάρσκι είπε ότι επρόκειτο για έναν κώδικα «οικονομικά σημαντικό» για τη Σοβιετική Ένωση. Τελικά, διενήργησε οικονομική κατασκοπεία και ποτέ, ούτε μια φορά, δεν ήρθε σε επαφή με τον πραγματικό του στόχο, τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Μπρζεζίνσκι.
Όμως ο Μπάρσκι δεν είχε μόνο μία ζωή στις ΗΠΑ. Είχε και μια δεύτερη στη Γερμανία. Παντρεύτηκε ταυτόχρονα δύο γυναίκες και με τα χρόνια έφτιαξε δύο οικογένειες. Στη Γερμανία παντρεύτηκε τη Γκερλίντε το 1980 και απέκτησαν ένα γιο ονόματι Ματίας. Ο Ντίτριχ θα επέστρεφε στο Ανατολικό Βερολίνο για διακοπές τριών εβδομάδων κάθε δύο χρόνια και η Γκερλίντε θα τον περίμενε. Πάντοτε θα έφερνε μαζί του ακριβά δώρα, συμπεριλαμβανομένου κι ενός αστραφτερού ρολογιού κάθε χρόνο. Αλλά έπειτα, πίσω στις ΗΠΑ, γνώρισε την Πηνελόπη, μια μετανάστρια από τη Γουιάνα, την οποία βρήκε μέσω μια προσωπικής αγγελίας σε μια εφημερίδα. Παντρεύτηκαν το 1986 και έκαναν δυο παιδιά μαζί, της Τσέλσι και τον Τζέσι.
Αναπολώντας την εποχή εκείνη, λέει: «Έκανα καλή δουλειά χωρίζοντας αυτούς τους δύο. Ο Μπάρσκι δεν είχε τίποτα να κάνει με τον Ντίτριχ και ο Ντίτριχ δεν ήταν υπεύθυνος για τον Μπάρσκι». Αλλά το 1986 επισκέφτηκε την Γκερλίντε και τον Ματίας στην Ανατολική Γερμανία για τελευταία φορά και σταμάτησε πλέον να ταξιδεύει ανάμεσα στις δύο αυτές χώρες. Η οικογένεια περνούσε μαζί τις διακοπές της στη Βαλτική Ακτή, κολυμπώντας στη θάλασσα και μαζεύοντας μανιτάρια και τότε υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε σύντομα. Αλλά στη συνέχεια μετέβη αεροπορικώς για τη Μόσχα, όπου έλαβε μια σειρά με νέες αποστολές και ταξίδεψε με ψεύτικα διαβατήρια πίσω στη Ν. Υόρκη μέσω Βελιγραδίου, Βιέννης, Ρώμης και Μεξικό.
Στο τελευταίο γράμμα προς τη μητέρα του, ο Ντίτριχ έγραψε πως σκόπευε να την επισκεφθεί στο Ζβικάου αλλά δεν είχε βρει το χρόνο. Σε δύο χρόνια, είχε υποσχεθεί, θα είχε τελειώσει μια και καλή με τη δουλειά του. Εκείνη πίστευε ότι ο γιος της εργαζόταν στο Κοσμοδρόμιο της Μπαϊκονούρ στη Στέπα του Καζάκ ως επιστήμονας. Αυτή ήταν η επίσημη ιστορία, την οποία ο Ντίτριχ είπε στην οικογένεια και τους φίλους του στην Ανατολική Γερμανία.
Αλλά μετά η KGB διέταξε τον κατάσκοπο να γυρίσει στη Δυτική Γερμανία, πιστεύοντας πιθανώς ότι είχε «καεί». Ο Μπάρσκι επρόκειτο να λάβει διαβατήριο και χρήματα, το οποίο θα το είχαν κρύψει σε ένα τενεκεδένιο μπουκάλι λαδιού σε ένα μονοπάτι περιηγητών. Ο Μπάρσκι διατείνεται ότι δεν το βρήκε ποτέ. Κι όπως ήταν πλέον τα πράγματα, ήξερε εκείνη τη στιγμή ότι δεν ήθελε να επιστρέψει στην Ανατολική Γερμανία.
Απεριόριστες Δυνατότητες
Είπε λοιπόν στους προϊστάμενούς του ότι είχε βρεθεί θετικός στον ιό του AIDS και πως μόνον στις ΗΠΑ θα μπορούσε να λάβει θεραπεία. Η KGB τον καταδίκασε σε θάνατο για ανυπακοή, αλλά ο Μπάρσκι θυμάται πως στα τέλη του 1988 τον πλησίασε ένας αξιωματικός της KGB στη Νέα Υόρκη, ο οποίος του έλεγε πως εάν δεν επέστρεφε, θα ήταν νεκρός. Ωστόσο, αποφάσισε να ρισκάρει με το ενδεχόμενο η KGB ούτε να τον εντοπίσει αλλά ούτε και να πάρει εκδίκηση.
Ο Μπάρσκι νιώθει πως είχε να επιλέξει ανάμεσα στην Τσέλσι που μόλις είχε γεννηθεί και τον Ματίας στο Βερολίνο. «Το κορίτσι με χρειαζόταν περισσότερο», λέει. Αλλά μοιάζει περισσότερο πιθανό ο ένθερμος κομμουνιστής Άλμπρεχτ Ντίτριχ, ο οποίος είδε τον Μαρξισμό ως μια «φυσική κατάσταση», να μετατράπηκε αμετάκλητα στον Τζακ Μπάρσκι, ο οποίος απολάμβανε απεριόριστες δυνατότητες στην καπιταλιστική Αμερική.
Η Γκερλίντε και ο Ματίας εξαφανίστηκαν από τη ζωή του Μπάρσκι το 1986. Αλλά δεν έμοιαζε σαν εκείνος να είχε εξαφανιστεί από τις ζωές εκείνων που είχε αφήσει πίσω. Η μητέρα του ήρθε σε επαφή με την πρεσβεία της Ανατ. Γερμανίας στη Μόσχα και έβαλε τη ρωσική τηλεόραση να μεταδίδει ένα μήνυμα για την εξαφάνισή του. Μάλιστα, η ίδια έφτασε στο σημείο να γράψει στον τότε Σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Μόλις το 1996 το υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι η ιστορία του Ντίτριχ δεν «κολλούσε». Το πρόγραμμα στο Μπαϊκονούρ, όπου υποτίθεται πως εργαζόταν, είχε σταματήσει το 1978. Η μητέρα του διαγνώστηκε τότε με Πάρκινσον και πέθανε, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος της ο γιος της είχε πει ψέματα. «Εάν ο Άλμπρεχτ γνώριζε τι είχε κάνει στη μητέρα μας, θα μπορούσε να είχε ενεργήσει διαφορετικά», λέει ο άλλος γιος, ο Γκίντερ. «Θα πρέπει να ζήσει με αυτή την ενοχή».
Στο μεταξύ, η Γκερλίντε είχε μάθει ότι ο σύζυγός της ήταν μυστικός πράκτορας κι ακόμη πάλευε να συμβιβαστεί με τη μυστηριώδη εξαφάνισή του. Σε κάποια στιγμή τον κήρυξε αγνοούμενο και πήρε διαζύγιο. Αρνείται να μιλήσει για τον πρώην σύζυγό της και υποφέρει από νευρώσεις, λέει ο γιος της ο Ματίας. Ο ίδιος γνώρισε την ετεροθαλή αδερφή του. Ο Μπάρσκι είπε στην Τσέλσι λίγο μετά τα 18α γενέθλιά της ότι ήταν κατάσκοπος και πως η ίδια είχε έναν αδερφό στη Γερμανία.
Η Τσέλσι έγραψε στον Ματίας, ο οποίος την επισκέφτηκε στις ΗΠΑ το 2005. Τότε είδε για πρώτη φορά και τον πατέρα του, έπειτα από 20 ολόκληρα χρόνια. Ήταν μια συνάντηση που επισκιάστηκε από καταπιεσμένη οργή και άλυτα προβλήματα, αλλά ήταν μια αρχή. Δεν επρόκειτο να ξαναϊδωθούν για πολλά χρόνια.

Ο Μπάρσκι με τον γιο του, τον Τζέσι

Πάλι απ' την αρχή...
Πριν από μερικούς μήνες, ο Τζακ Μπάρσκι γύρισε στο Βερολίνο, στο πρώτο του ταξίδι στη Γερμανία έπειτα από 28 χρόνια. Ήθελε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή και να επανορθώσει για ψέματα που είχε πει. Όσο περισσότερο προσπαθούσε να ξεχάσει το παρελθόν, τόσο εκείνο τον στοίχειωνε. Κατόρθωσε να σπάσει τον σιδερένιο κανόνα του, που ήταν να κρατά τις δύο ζωές χωριστές. Προτού φύγει από την Νέα Υόρκη, έγραψε μια σημείωση στο ημερολόγιό του: «Ας δούμε εάν ο κύριος Μπάρσκι και ο κύριος Ντίτριχ μπορούν να συμφιλιωθούν.
Ωστόσο, τι θα έλεγε στο γιο του; Ότι τον είχε παρατήσει, επειδή άλλοι άνθρωποι είχαν μετρήσει περισσότερο γι'αυτόν; Ότι ξαναπαντρεύτηκε, έκανε κι άλλα παιδιά κι ότι ποτέ δεν τους είπε για την οικογένειά του στη Γερμανία; Ο Μπάρσκι φοβόταν αυτή την αντιπαράθεση και τις αναπόφευκτες ερωτήσεις. Ήξερε πολύ καλά ότι δεν είχε απαντήσεις.
Ο Μπάρσκι είναι πλέον ένας ζωηρός 65χρονος. Οργάνωσε το ταξίδι του με σχολαστική λεπτομέρεια σε μια προσπάθεια να διατηρήσει τον έλεγχο και να αποτρέψει τα χειρότερα. Κανόνισε διαδοχικές συναντήσεις με την οικογένεια και τους φίλους του από το σχολείο και το πανεπιστήμιο κατά τη διάρκειας δύο εβδομάδων επίσκεψή του, κανονίζοντας να δει την πρώην ομάδα του στο μπάσκετ και το σπίτι του στη Σαξονία, όπου κάποτε ζούσαν οι γονείς του. Το μοναδικό πρόσωπο που δεν κανόνισε να δει ήταν η Γκερλίντε. Ωστόσο σκόπευε να βρει χρόνο για τον Ματίας, πλέον 33 ετών, απόφοιτο χημικό, όπως κι ο πατέρας του, ο οποίος εργάζεται ως φαρμακοποιός στο Βερολίνο. Μεγάλωσε δίχως πατέρα, δίχως να γνωρίζει γιατί, και χωρίς να ξέρει τίποτε ούτε για τον ίδιο αλλά ούτε και για τη δουλειά του.
Ο Μπάρσκι ήθελε να το πει το γιατί. Ήθελε οι άλλοι να ξέρουν γιατί έκανε αυτό που έκανε. Ήταν μια προσπάθεια καταδικασμένη σε αποτυχία, πιθανώς επειδή άργησε πολλά χρόνια. Ο Ματίας ακύρωσε το ραντεβού τους την τελευταία στιγμή, οργισμένος επειδή ο ίδιος θα ήταν απλώς άλλη μια γραμμή στη λίστα με τα όσα ο πατέρας του έπρεπε να κάνει. Είπε ότι καταλαβαίνει γιατί ο πατέρας του διάλεξε την άλλη οικογένειά του. Αλλά μπορεί κάποιος, που τον εγκατέλειψε ο πατέρας του ως παιδί, να τον συγχωρήσει πραγματικά;

Με τη δεύτερη σύζυγό του, Πηνελόπη

Ο Μπάρσκι και η Πηνελόπη έχουν χωρίσει εδώ και χρόνια. Ακόμη βρίσκονται σε δικαστική διαμάχη για χρήματα και για το ποιος είπε ψέματα σε ποιον και ποιος πλήγωσε τον άλλον περισσότερο.

Η Πηνελόπη

Ο Μπάρσκι μοιάζει να είναι ο μόνος που δεν πειράχτηκε από τα ψέματα. Το 2014, 36 χρόνια αφότου πρωτοπάτησε το πόδι του στις ΗΠΑ, έγινε Αμερικανός πολίτης. Του επετράπη να κρατήσει το κλεμμένο του όνομα - χάρη στη βοήθεια του Τζο Ράιλι, του αξιωματικού του FBI.

Ο Μπάρσκι με την τρίτη σύζυγό του, Σόνα και την κόρη τους, Τρίνιτι

Μετά το ταξίδι του στη Γερμανία, ο Μπάρσκι γύρισε στο όμορφο ξύλινο σπίτι που είχε αγοράσει πρόσφατα στα βόρεια περίχωρα της Ν. Υόρκης. Μια λιμνούλα σε σχήμα καρδιάς κοσμεί την αυλή, με ένα μικρό κοριτσάκι με σγουρά μαλλάκια να παίζει. Είναι η τετράχρονη κόρη του, η Τρίνιτι.

Σόνα, Τρίνιτι και Τζακ Μπάρσκι

Η τρίτη γυναίκα του Μπάρσκι είναι η Σόνα, μια αφοσιωμένη Χριστιανή από την Τζαμάικα. Τον βοήθησε να βρει το Θεό, λέει ο ίδιος, και επειδή ήθελε από εκείνον να αντιμετωπίσει τις αμαρτίες του παρελθόντος, πρόσφατα έγινε μέλος της τοπικής εκκλησίας.

Ο Μπάρσκι στην εκκλησία 

Εκεί, σε μια συναισθηματική εξομολόγηση που έμοιαζε αληθινή, είπε στους φίλους και συμπατριώτες του ότι έχει μετανιώσει που έζησε ένα ψέμα. Ο ειλικρινής τρόπος του τον βοηθούσε πάντοτε, λεει. «Ο πιο ειλικρινής άνθρωπος φτιάχνει τα καλύτερα ψέματα».



# Spiegel,tvxs.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.