.

«Πες την ιστορία μου»: 4 ιστορίες προσφύγων σπάνε τη σιωπή ~ enstoloi.gr, Τμήμα Σωμάτων Ασφαλείας ΣΥΡΙΖΑ Αστυνομία Λιμενικό , Πυροσβεστική
                                                                                                             

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

«Πες την ιστορία μου»: 4 ιστορίες προσφύγων σπάνε τη σιωπή


Πρόσωπο και φωνή σε τέσσερις άγνωστες ιστορίες προσφύγων δίνουν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα (MSF) με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων (20 Ιουνίου). Ο Μίτρα, ο Αμάντου, ο Σααλίμ, και η Νασρίν έκαναν ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι προς την Ελλάδα, βίωσαν στη χώρα τους τον πόλεμο, τη βία, την απόγνωση και αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν αναζητώντας ένα ασφαλές καταφύγιο από ανάγκη και όχι από επιλογή.


Ο Μίτρα, ο Αμαντού, ο Σααλίμ και η Νασρίν εγκατέλειψαν κυνηγημένοι, όπως χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες, τις χώρες τους ελπίζοντας να βρουν καταφύγιο στην Ευρώπη. Είχαν διαφορετική αφετηρία, αλλά μια κοινή πορεία. Ξεκίνησαν από τη Συρία, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία, την Ακτή Ελεφαντοστού και διέσχισαν τα θαλάσσια ή χερσαία σύνορα της Ελλάδας που αποτελεί την κύρια πύλη εισόδου προς κάποια ευρωπαϊκή χώρα. Μοιράζονταν όλοι την ίδια ελπίδα, να ζήσουν κάπου με ασφάλεια και πιο ανθρώπινες συνθήκες. Βρέθηκαν, ωστόσο, όλοι απέναντι στην ίδια σκληρή πραγματικότητα, τη στέρηση ελευθερίας για μήνες σε κάποιο κέντρο κράτησης, την έλλειψη βασικής ιατρικής φροντίδας, τη φτώχεια, το στιγματισμό, τις ρατσιστικές επιθέσεις.

Αυτές είναι οι ιστορίες τους, που όπως πολλοί άλλοι πρόσφυγες δεν μπορούν να πουν, είτε γιατί βρίσκονται σε κάποιο κέντρο κράτησης είτε γιατί φοβούνται να τις αφηγηθούν. Είναι οι ιστορίες στις οποίες δίνουμε εμείς φωνή σπάζοντας τη σιωπή τους, καλώντας το κοινό να τις μοιραστεί. Τα ονόματα των προσφύγων έχουν αλλαχθεί. Τις ιστορίες τους διηγούνται τέσσερις Έλληνες. 


Η ιστορία της Νασρίν από τη Συρία


Στην πόλη μας η ζωή γινόταν όλο και πιο επικίνδυνη, είχαμε πολλές κλοπές και λεηλασίες. Πολλή βία κατά γυναικών επίσης. Είδα γυναίκες να φεύγουν για την αγορά και να μην ξαναγυρίζουν πίσω. Δεν είχαμε καθόλου ασφάλεια. Ήρθαν στην πόλη μας άνθρωποι κυνηγημένοι, μόνο με τα ρούχα τους και τίποτα άλλο. Κοιμόντουσαν στα σχολεία και εμείς τους βοηθήσαμε.

Έπρεπε όλοι να πάρουμε το μέρος κάποιου. Αλλά αν ήσουν κατά των ανταρτών θα σε σκότωναν, αν ήσουν κατά του στρατού πάλι θα έχανες τη ζωή σου.

Όταν μια μέρα μάθαμε ότι κάποιοι απήγαγαν ένα παιδί, αποφασίσαμε να φύγουμε. Το τελευταίο πράγμα που θέλαμε ήταν να φύγουμε. Η ζωή μας ήταν πολύ καλή πριν. Αλλά τώρα είχαμε πολλά προβλήματα, δεν υπήρχαν πια τρόφιμα στην πόλη, καθόλου ψωμί, καθόλου ηλεκτρισμός, καθόλου υγραέριο. Οι τιμές ανέβαιναν συνεχώς. Και οι βόμβες πλησίαζαν στο σπίτι μας. Φύγαμε λοιπόν γιατί φοβόμασταν πολύ.


 Είναι δύσκολο να θυμηθώ πότε φύγαμε. Είχε πάρα πολύ κρύο, δεν μπορούσαμε να ζεσταθούμε. Πίναμε αλκοόλ, κάτι που δεν κάνουμε ποτέ, προκειμένου να ζεσταθούμε. Δεν είχαμε νερό να πλύνω το μωρό μου για εβδομάδες. Χτυπούσαμε πόρτες ξένων σπιτιών για να μας βοηθήσουν. Παντού είχαμε πολλά προβλήματα.
Περάσαμε στην Τουρκία, όπου μείναμε για περίπου 3 μήνες σε ένα χωριό κοντά στην Ούρφα. Νοικιάσαμε ένα σπίτι εκεί και βρήκαμε κάποιον για να μας βοηθήσει να πάμε στην Ελλάδα. Υπήρχαν πολλές φορές που χρειαστήκαμε ιατρική βοήθεια, αλλά δε μιλούσαμε τούρκικα. Μια φορά δώσαμε λεφτά σε κάποιον γιατρό, αλλά δεν μας βοήθησε. Μια άλλη φορά πήγαμε σε ένα γιατρό που μας έδωσε φάρμακα, χωρίς καν να μας εξετάσει. Παρόλα αυτά μας βοήθησε.





Το προηγούμενο Σάββατο, μας έβαλαν σε ένα μεγάλο αυτοκίνητο για να πάμε στα παράλια και να πάρουμε τη βάρκα. Μας πήρε οχτώ ώρες να φτάσουμε. Μας είπαν ότι η βάρκα ήταν μεγάλη και ότι θα μας χωρούσε όλους μαζί με τα πράγματά μας. Μας είπαν όμως πολλά ψέματα, ήμασταν πολλοί άνθρωποι, περίπου 65 άτομα. Δέκα λεπτά αφότου έφυγε η βάρκα, ο καπετάνιος τη γύρισε πίσω γιατί είχε πολύ βάρος. Περιμέναμε να ξαναφύγουμε, ο διακινητής μας είπε ότι θα περνούσαν απέναντι μόνο γυναίκες και παιδιά, 
αλλά εμείς αρνηθήκαμε, θέλαμε να φύγουμε όλοι μαζί.













Έτσι ξαναφύγαμε. Ο καπετάνιος δεν ήξερε καθόλου να οδηγήσει τη βάρκα. Το μωρό μας είχε γίνει μούσκεμα, ο γιος μας ήθελε να γυρίσουμε πίσω, φοβόταν πάρα πολύ, αλλά ο διακινητής μας είπε ότι σε μία ώρα θα βρισκόμασταν απέναντι. Αλλά μας πήρε περισσότερο από μία ώρα. Είχαμε όλοι βραχεί. Μετά από μιάμιση ώρα ήρθε η αστυνομία. Τότε, κάποιος έσκισε την πλαστική φουσκωτή βάρκα με ένα μαχαίρι και βρεθήκαμε όλοι στη θάλασσα. Παραλίγο να πνιγούμε.

Όταν καταφέραμε να φτάσουμε στην ακτή, μας βοήθησαν. Μας έδωσαν κουβέρτες και μας πήγαν όλους στο νοσοκομείο. Μετά μας έστειλαν στον καταυλισμό, στο ΠΙΚΠΑ. Εδώ είναι καλά, υπάρχει γιατρός. Μας έφεραν και πάνες για το μωρό.

Χάσαμε όλα τα λεφτά μας στη θάλασσα, και τα διαβατήριά μας. Θέλουμε να φύγουμε να πάμε στη Σουηδία, θέλουμε να βρούμε δουλειά. Θέλουμε ένα μέρος να μείνουμε. Πρέπει να βρεθεί μία λύση για όλους αυτούς τους ανθρώπους που περνούν τα θαλάσσια σύνορα μέσα σε βάρκες. Αυτά που είδαμε και ζήσαμε, δεν θέλουμε να τα ζήσει άλλος άνθρωπος.

Η Νασρίν είναι 23 χρονών, από τη Συρία.
Δεν μπορεί να πει την ιστορία της.
Για αυτό τη λέμε εμείς.
Την αφηγήθηκε στη Λέσβο την άνοιξη του 2013.

 

Η ιστορία του Αμάντου από την Ακτή Ελεφαντοστού


Ζούσα στο Αμπιτζάν. Όσοι ήταν κατά του προέδρου στις εκλογές του 2010-2011 δέχονταν επιθέσεις. Η βία με ανάγκασε να φύγω από τη χώρα. Ήταν απόφαση της μητέρας μου. Έχει μία καλή δουλειά και ζούσαμε καλά. Αλλά κινδύνευε η ζωή μου αν έμενα.
Το ταξίδι μου δεν ήταν πολύ δύσκολο. Πήρα ένα αεροπλάνο από την Ακτή Ελεφαντοστού για τη Λιβύη και από εκεί για την Τουρκία. Το δύσκολο ήταν μετά, από την Τουρκία για την Ελλάδα. Έμεινα στην Κωνσταντινούπολη περίπου δυο μήνες. Εκεί βρήκα δουλειά, έπλενα αυτοκίνητα. Γνώρισα και κάποιον που με βοήθησε να πάω στην Ελλάδα. Φτάσαμε κοντά στα σύνορα με αυτοκίνητο. Περπατήσαμε στο δάσος για περίπου 8 ώρες και μετά φτάσαμε σε ένα μέρος από όπου περάσαμε το ποτάμι απέναντι. Πήραμε μία μικρή βάρκα, που μετά βίας χώραγε πέντε άτομα.

Κατάφερα να περάσω το ποτάμι και στη συνέχεια μου έδωσαν από την αστυνομία το χαρτί που γράφει ότι μπορούσα να μείνω στη χώρα για 30 μέρες. Και μετά έφυγα για την Αθήνα. Εκεί βρήκα πολλούς ανθρώπους από την αφρικανική κοινότητα για να με βοηθήσουν. Έκανα και έναν άλλο φίλο, έναν Έλληνα, τον Κώστα. Τον γνώρισα μία φορά που έπαιζα ποδόσφαιρο. Έπαιζα καλά και ήθελε να με βοηθήσει.


Η μαμά μου με υποστήριζε όσο ήμουν στην Αθήνα. Μου έστελνε χρήματα. Αν δεν έχεις χαρτιά δεν μπορείς να δουλέψεις, δεν μπορείς να βγάλεις λεφτά, είναι δύσκολο. Δεν μπορούμε να δουλέψουμε παράνομα, είναι επικίνδυνο.
 Στην Αθήνα, η αστυνομία με σταμάτησε 3 φορές. Την τρίτη φορά με πήγαν στη φυλακή. Βασικά, ήρθαν και χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού μου. Αυτό έχει συμβεί και σε άλλους φίλους μου. Όλοι οι άλλοι που έμεναν μαζί μου είχαν χαρτιά. Εγώ έδειξα το χαρτί των 30 ημερών που είχε λήξει και με συνέλαβαν. Δεν ξέρω πώς ήρθαν στο σπίτι μου. Ένας γείτονας που μένει από κάτω είναι ρατσιστής. Μπορεί να πήρε αυτός την αστυνομία. Με κράτησαν σε ένα αστυνομικό τμήμα για ένα μήνα. Η συμπεριφορά των αστυνομικών είναι παντού η ίδια. Ο τρόπος που οι Έλληνες συμπεριφέρονται στους μετανάστες… Δεν έχω κάνει κάτι κακό. Δεν είμαι εγκληματίας, δεν είμαι κλέφτης.Τον Αύγουστο με μετέφεραν σε ένα άλλο κέντρο κράτησης. Δεν είχα λεφτά, δεν μπορούσα να αγοράσω μία τηλεκάρτα, δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με την οικογένειά μου.



Η κατάσταση μέσα στο κέντρο κράτησης ήταν πάνω κάτω αυτή. Υπήρχαν άνθρωποι από πάρα πολλές χώρες. Ήμασταν περίπου 200 άτομα και σε κάθε κελί μέναμε 6 με 8 άτομα. Δεν είχαμε σαπούνι ή σαμπουάν. Όταν ζητούσα κάτι από τους αστυνομικούς όλο μου έλεγαν “μετά, μετά”.

Μία φορά που ήμουν άρρωστος, φώναζα για πολλή ώρα μέχρι να με ακούσουν και να με πάνε στο νοσοκομείο για να με δει γιατρός.

Πήρα ένα δικηγόρο για να με βγάλει. Περίμενα 5 μήνες. Δε με βοήθησε. Πήρε τα λεφτά και έφυγε. Μετά έμαθα για μία οργάνωση που δίνει νομική βοήθεια. Έδωσα στο δικηγόρο τους αντίγραφο του διαβατηρίου μου για να αποδείξω ότι είμαι ανήλικος. Από τότε με έχουν μεταφέρει σε ένα άλλο κέντρο κράτησης για ανήλικους.

Εδώ είναι ακόμα πιο δύσκολα. Δεν μας βγάζουν έξω καθόλου, δεν υπάρχει επικοινωνία, κανείς δε μιλάει τη γλώσσα μου. Τουλάχιστον μερικές φορές έρχονται οι αστυνομικοί να μας δουν, να τσεκάρουν αν είμαστε καλά.

Δεν είναι καλό να είμαι στη φυλακή. Κρατούμαι για πάρα πολλούς μήνες, από τον Αύγουστο του 2012. Καλύτερα να γύριζα πίσω στην Ακτή Ελεφαντοστού. Όταν θα με βγάλουν από εδώ μέσα θα φύγω από την Ελλάδα. Δεν μου αρέσει πια εδώ. Μου έδωσε πολύ πόνο.

Έχασα χρόνια από τη ζωή μου. Θέλω να πάω σε άλλη χώρα, να παίξω ποδόσφαιρο. Έπαιζα ποδόσφαιρο για οχτώ χρόνια σε μία ερασιτεχνική ομάδα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το φίλο μου τον Έλληνα, ήταν πολύ καλός μαζί μου, παρόλο που εγώ είμαι μαύρος και αυτός είναι λευκός.
 

Ο Αμάντου είναι 16 χρονών, από την Ακτή Ελεφαντοστού
Δεν μπορεί να πει την ιστορία του.
Για αυτό τη λέμε εμείς.
Την αφηγήθηκε σε ένα κέντρο κράτησης στη Βόρεια Ελλάδα την άνοιξη του 2013

 


Η ιστορία του Σααλίμ από τη Σομαλία


Στη Σομαλία είχαμε πολλά προβλήματα. Από τη μέρα που γεννήθηκα δεν μπορούσα να βρω ένα ασφαλές μέρος. Μέναμε στο Μογκαντίσου, όπου ζούσαμε συνεχώς μέσα στη βία και τους σκοτωμούς. Μία μέρα που πήγαινα στο σχολείο με τους φίλους μου κάποιος άρχισε να μας πυροβολεί. Ήταν πολύ τρομακτικό.

Το 2006 πήγα να ζήσω με τη γιαγιά μου. Η μητέρα μου με έστειλε εκεί γιατί ήταν πολύ επικίνδυνη η ζωή στην πρωτεύουσα. Η οικογένειά μου αποφάσισε ότι ήταν καλύτερα για μένα να φύγω από τη Σομαλία. Πήγα στην Κένυα σε ένα καταυλισμό προσφύγων, όπου πηγαίνουν πολλοί Σομαλοί. Έμεινα 2μισι μήνες εκεί και μετά έφυγα για τη Ρουάντα. Έμεινα και εκεί για λίγο και μετά συνέχισα το ταξίδι μου στο Ιράν.


Έζησα πολύ δύσκολες στιγμές στο Ιράν. Εκεί αντιμετώπισα όλα τα προβλήματα που είχα και στη Σομαλία. Είμασταν κλεισμένοι σε ένα σπίτι μόνο Σομαλοί και μας έδιναν φαγητό μόνο μια φορά τη μέρα. Μας πήραν τα χρήματα και τα κινητά. Εγώ έκρυψα τα λεφτά μου μέσα στο παπούτσι μου. Μείναμε εκεί για δύο βδομάδες. Κάθε φορά που τους ρωτούσαμε πότε θα φεύγαμε από αυτό το μέρος μας χτυπούσαν και μας κλωτσούσαν. Αποφασίσαμε να κάνουμε απεργία πείνας και τότε ο διακινητής δέχτηκε να μας πάει στα σύνορα.

Όταν περάσαμε στην Τουρκία η κατάσταση ήταν καλύτερη. Στην Κωνσταντινούπολη βρήκα πολλούς ανθρώπους από τη Σομαλία. Έμεινα εκεί 5 μέρες και η μητέρα μου μου έστειλε λεφτά για να συνεχίσω το ταξίδι μου στην Ελλάδα, για να περάσω το ποτάμι.

Περάσαμε με δύο βάρκες, 9 άτομα σε κάθε βάρκα, από την Αφρική και το Μπαγκλαντές. Ήταν Φεβρουάριος του 2012 όταν περάσαμε το ποτάμι και μας έδειξαν το δρόμο για Αθήνα. Περπατούσαμε 3 ώρες, ήταν χειμώνας και χιόνιζε. Ρωτήσαμε που ήταν το αστυνομικό τμήμα και πήγαμε εκεί. Η αστυνομία με κράτησε εκεί για ένα βράδυ και μετά με άφησαν να φύγω.

Μου έδωσαν ένα χαρτί για να το δείχνω κάθε φορά στην αστυνομία. Έφυγα για την Αθήνα, όπου έμεινα 4 μήνες. Όταν ήμουν εκεί, η μητέρα μου μου έστελνε χρήματα, αφού δεν μπορούσα να βρω δουλειά.



Στην Αθήνα κάποιοι άνθρωποι μου πετούσαν μπουκάλια και πέτρες. Μία φορά που ήμουν με κάποιους φίλους, μας πέταξαν καυτό νερό για να φύγουμε. Ήμουν πολύ προσεκτικός λόγω της Χρυσής Αυγής. Μου είχαν πει να μην κυκλοφορώ πολύ έξω μόνος μου γιατί κινδύνευε η ζωή μου.

Η αστυνομία με πήγε αρκετές φορές στο αστυνομικό τμήμα. Την πρώτη φορά δεν ήξερα τι γινόταν. Δεν υπήρχε κάποιος διερμηνέας να μου εξηγήσει. Τον Αύγουστο του 2012 η αστυνομία με συνέλαβε ξανά. Με κράτησαν στο αστυνομικό τμήμα για 4 μέρες και μετά με μετέφεραν σε ένα κέντρο κράτησης στη βόρεια Ελλάδα, χωρίς ούτε καν να με ενημερώσουν. Η κατάσταση εκεί ήταν πάρα πολύ άσχημη. 4 μήνες μετά ξέσπασε μία εξέγερση. Εκείνες τις μέρες οι αστυνομικοί ήταν πάρα πολύ θυμωμένοι, μας χτύπησαν πάρα πολύ, με χτύπησαν και μένα, στην πλάτη και στο λαιμό.

Δεν είναι όμως όλοι οι Έλληνες που γνώρισα έτσι. Οι Έλληνες είναι καλός λαός και με έχουν βοηθήσει πολύ.

Δεν περίμενα ότι θα ήμουν υπό κράτηση τόσο πολύ καιρό. Είμαι πολύ μικρός και ψάχνω να βρω άλλους Σομαλούς για να με προστατέψουν εδώ μέσα. Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρίσκομαι εδώ. Η μητέρα μου μου είπε ότι είμαι ανήλικος. Μου έστειλε όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την ηλικία μου.

Περιμένω με αγωνία τη μέρα που θα βγω από εδώ μέσα. Για να βοηθήσω την οικογένειά μου. Κάθε φορά που μιλάω στη μητέρα μου αυτή κλαίει και περιμένει να τη βοηθήσω. Θέλω να τη φέρω σε ένα πιο ασφαλές μέρος.
 

Ο Σααλίμ είναι 17 χρονών, από τη Σομαλία.
Δεν μπορεί να πει την ιστορία του.
Για αυτό τη λέμε εμείς.
Την αφηγήθηκε σε ένα κέντρο κράτησης στη Βόρεια Ελλάδα την άνοιξη του 2013.


Η ιστορία του Μίτρα από το Αφγανιστάν


Ο πατέρας μου δούλευε στο στρατό. Ζούσαμε στην Κουντούζ. Οι Ταλιμπάν του είπαν να σταματήσει τη δουλειά. Δεν το δέχτηκε και αυτοί τον σκότωσαν. Κινδύνευε και η δική μου ζωή. Ο ξάδερφός μου μου είπε να φύγω από το Αφγανιστάν. Τα αδέρφια μου μετακόμισαν με τη μητέρα μας στο σπίτι της γιαγιάς μας. Εδώ και καιρό δεν τους έχω μιλήσει.

Έφυγα το επόμενο πρωί. Ο ξάδερφός μου τα κανόνισε όλα. Πήγα στο Κανταχάρ και από εκεί στο Πακιστάν, στο Κέτα. Μου πήρε τρεις μέρες να φτάσω στο Ιράν. Πήγα στην Τεχεράνη και από εκεί στην Ούρμια, κοντά στα σύνορα. Έμεινα εκεί για τρεις μέρες σε ένα σπίτι με 15 άλλους ανθρώπους. Μετά φύγαμε για τα βουνά.


Φτάσαμε σε ένα μέρος όπου είχαν μαζευτεί περίπου 600 άνθρωποι που περίμεναν να περάσουν τα σύνορα και αρχίσαμε να περπατάμε για πολλές ώρες. Το περπάτημα στα βουνά ήταν δύσκολο. Οι διακινητές χρησιμοποιούσαν ξύλινα κοντάρια για να αναγκάσουν τους πιο ηλικιωμένους να περπατήσουν πιο γρήγορα. Φτάσαμε στο Βαν και από εκεί ταξιδέψαμε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μείναμε για δύο εβδομάδες.

Μετά πήγαμε στο ποτάμι που βρίσκεται στα σύνορα Τουρκίας-Ελλάδας. Είμασταν 25 άτομα και χρησιμοποιήσαμε πλαστικές φουσκωτές βάρκες για να περάσουμε το ποτάμι. Σε κάθε βάρκα μπήκαμε 4 άτομα. Η βάρκα μας άρχισε να στριφογυρίζει επικίνδυνα και αποφασίσαμε να πέσουμε στο νερό. Πέρασαν περίπου 30 λεπτά. Από τα 8 άτομα που πέσαμε στο ποτάμι, μόνο 7 βγήκαμε ζωντανοί. Ήταν 4 το πρωί. Δεν μπορούσαμε να βρούμε το δρόμο μας. Φτάσαμε σε ένα χωριό και ένας κάτοικος κάλεσε την αστυνομία.

Μας πήγαν σε ένα μεγάλο κέντρο κράτησης. Όταν με ρώτησαν την ηλικία μου τους είπα ότι είμαι 16 χρονών, αλλά αυτοί έγραψαν ότι είμαι 19. Την επόμενη μέρα με άφησαν να φύγω και πήγα στην Αθήνα.



Εκεί βρήκα ένα δεύτερο Αφγανιστάν. Είχε πολλούς Αφγανούς στην πόλη. Έμεινα με ένα φίλο του ξάδερφού μου. Μετά έφυγα και πήγα στα Ιωάννινα και έμεινα στα χωράφια. Ήθελα να πάω στην Ιταλία. Πήγα στην Πάτρα, κοιμόμουν στα χωράφια και σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο μαζί με πολλούς άλλους Αφγανούς για 7 μήνες. Δεν ήμουν τυχερός και δεν μπόρεσα να βρω τρόπο να φύγω, οπότε ξαναγύρισα στην Αθήνα. Μετά από κάποιους μήνες αποφάσισα να δοκιμάσω ξανά  την τύχη μου. Πήγα πάλι στα Ιωάννινα και από εκεί πήρα ένα φορτηγό για την Κοζάνη και την Αλβανία. Αλλά όταν πέρασα τα σύνορα με συνέλαβε η αλβανική αστυνομία και με γύρισε πίσω. Με συνέλαβε η ελληνική αστυνομία και με έστειλαν σε ένα κέντρο κράτησης στη βόρεια Ελλάδα.

Χωρίς ελευθερία δεν μπορώ να κάνω όνειρα. Οι αστυνομικοί με πήγαν στο νοσοκομείο για εξετάσεις που αποδεικνύουν ότι είμαι ανήλικος. Μου είπαν ότι θα με αφήσουν αλλά είμαι ακόμα εδώ.

Μόνο όταν βγω από εδώ μέσα, θα ηρεμήσω. Ό,τι είναι γραμμένο για μένα, θα έρθει. Θέλω να μάθω Αγγλικά και Ελληνικά. Θέλω να γίνω πρωθυπουργός για να τα αλλάξω όλα αυτά. Οι διαταγές μου θα γίνονται αμέσως πράξη!
 

Ο Μίτρα είναι 16 χρονών, από το Αφγανιστάν.
Δεν μπορεί να πει την ιστορία του.
Για αυτό τη λέμε εμείς.
Την αφηγήθηκε σε ένα κέντρο κράτησης στη Βόρεια Ελλάδα την άνοιξη του 2013.

 

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στα κέντρα κράτησης


Από τον Ιανουάριο ως τον Απρίλιο του 2013, πάνω από 1.900 πρόσφυγες και μετανάστες σε χώρους κράτησης στον  Έβρο (Φυλάκιο, Τυχερό, Φέρες, Σουφλί), την Κομοτηνή, τον  Ίασμο και το Παρανέστι Δράμας έλαβαν την απαραίτητη ιατρική φροντίδα και ανθρωπιστική βοήθεια από τους MSF. Παράλληλα, οι προσπάθειες επεκτάθηκαν και στα νησιά του Αιγαίου όπου από τα  τέλη Αυγούστου του ’12 έχουν αρχίσει να υποδέχονται μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων και μεταναστών. Μετά τις διερευνητικές αποστολές στη Σάμο, τη Λέρο, τη Σύμη, τη Λέσβο και το Αγαθονήσι, η δράση των MSF επικεντρώθηκε στο νησί της Λέσβου, όπου κατέφθαναν οι περισσότεροι  πρόσφυγες. Εκεί μέσα σε διάστημα δυο μηνών, 889 άνθρωποι, που είχαν παρόμοιες ιστορίες με του Σααλίμ και του Αμαντού,  έλαβαν την  ιατρική φροντίδα που τόσο είχαν ανάγκη.


Εργαζόμενοι των Γιατρών Χωρίς Σύνορα διανέμουν σε μετανάστες τη δεύτερη δόση
του διαλύματος  Benzyl Benzoate, που δίνεται για την καταπολέμηση της ψώρας,
στο κέντρο κράτησης στο Παρανέστι, της Δράμας ©MSF/Μίλτος Βασιλειάδης


Μετανάστες μιλούν στους εργαζομένους των Γιατρών Χωρίς Σύνορα
στο κέντρο κράτησης στο Παρανέστι, της Δράμας ©MSF/Μίλτος Βασιλειάδης


Εργαζόμενοι των Γιατρών Χωρίς Σύνορα πραγματοποιούν ιατρική εξέταση
μέσα σε ένα χώρο κράτησης μεταναστών στη Βόρεια Ελλάδα ©MSF/Γιώργος Αλεξανδράτος

   

πηγή tvxs

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.