.

100 χρόνια απο τη γέννηση του Ν.Μπελογιάννη-του αγωνιστή με όπλα του, ένα γαρύφαλλο και ένα χαμόγελο ~ enstoloi.gr, Τμήμα Σωμάτων Ασφαλείας ΣΥΡΙΖΑ Αστυνομία Λιμενικό , Πυροσβεστική
                                                                                                             

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

100 χρόνια απο τη γέννηση του Ν.Μπελογιάννη-του αγωνιστή με όπλα του, ένα γαρύφαλλο και ένα χαμόγελο



Το ημερολόγιο έγραφε 30 Μαρτίου 1952 όταν θα έπεφταν οι τίτλοι τέλους στην πλέον πολύκροτη πολιτική δολοφονία που έλαβε χώρα στον πολύπαθο τόπο μας.

Ξημερώματα Κυριακής, με το ρολόι να γράφει 4:12 π.μ., ο Μπελογιάννης και τρεις ακόμα μελλοθάνατοι κομμουνιστές μεταφέρονται από τις φυλακές Καλλιθέας στο στρατόπεδο του Γουδή και στήνονται άρον-άρον στο απόσπασμα για να προλάβει η κυβέρνηση τη διεθνή κατακραυγή που θα ξεσπούσε.
Ο τυφεκισμός του Μπελογιάννη, μετά την καταδίκη του σε θάνατο ως κομμουνιστής που κατασκόπευε την πατρίδα του, μετέτρεψε τα βόλια του θανάτου σε ριπές κατακραυγής για το καθεστώς στο εσωτερικό της Ελλάδας, με την υπόθεση να σηκώνει θύελλα αντιδράσεων τόσο εντός της χώρας όσο και στο διεθνές στερέωμα.
Καλλιτέχνες, πολιτικοί αλλά και απλός ευρωπαϊκός λαός ένωσαν τώρα τη φωνή τους για τον άδικο χαμό των «κόκκινων» συντρόφων (Νίκος Μπελογιάννης, Ηλίας Αργυριάδης, Νίκος Καλούμενος και Δημήτρης Μπάτσης), καθώς οι εκκλήσεις για να δοθεί χάρη στους συναγωνιστές έπεσαν στον βρόντο.
Ποιητές, φιλόσοφοι, στοχαστές και άλλες προσωπικότητες διεθνούς κύρους (αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο τους Πολ Ελιάρ, Ζαν Κοκτό, Ζαν-Πολ Σαρτρ, Ναζίμ Χικμέτ, Πάμπλο Πικάσο, Τσάρλι Τσάπλιν, Σαρλ Ντε Γκολ) διαμαρτυρήθηκαν για τη δίκη-παρωδία και την κρατική δολοφονία των ελλήνων αριστερών, που έμελλε ωστόσο να γεννήσουν έναν θρύλο.
Ο Μπελογιάννης προσερχόταν καθημερινά στη δίκη κρατώντας ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο χέρι, με την επίμαχη φωτογραφία του που τράβηξε ο Δήμος Σακελάριος να μετατρέπεται σε οικουμενικό σύμβολο αντίστασης, με τον ίδιο τρόπο που έμεινε θρυλική η εικόνα του Τσε από τον κουβανό φωτορεπόρτερ Αλμπέρτο Κόρντα.
Ο «Άνθρωπος με το Γαρίφαλο» ενέπνευσε ακόμα και τον Πάμπλο Πικάσο, που του αφιέρωσε ένα σκίτσο, αν και ήταν ο μαχητικός του βίος που θα ενέπνεε τους λαούς της Ευρώπης να του αφιερώσουν τους δρόμους, τα χωριά τους (οικισμός «Μπελογιάννης» στην Ουγγαρία) και τους αγώνες τους. Κι αυτό γιατί ήταν η ηρωική μορφή του κομμουνιστικού κινήματος της χώρας μας.
Όπως εξάλλου το είπε και ο ίδιος στην απολογία του, οι κομμουνιστές αγαπούσαν την Ελλάδα με την καρδιά τους και με το αίμα τους. Το είχαν άλλωστε αποδείξει πολλοί πριν από αυτόν, απλώς ο Μπελογιάννης φρόντισε να το επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά…


Πρώτα χρόνια

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννιέται στις 22 Δεκεμβρίου 1915 στην Αμαλιάδα και γαλουχείται στα ιδεώδη του κομμουνισμού ήδη από παιδί. Η πρώτη του αριστερή δράση αρχίζει νωρίς-νωρίς, όταν στα φοιτητικά του χρόνια στη Νομική Σχολή Αθηνών στοχοποιείται ως κομμουνιστής και υφίσταται διώξεις.
Κι έτσι δεν καταφέρνει να πάρει το πτυχίο του, καθώς η σύγκλητος προφασίζεται τον αγώνα του «εναντίον της κοσμογονίας του Κονδύλη» και τον αποβάλει οριστικά από τα πανεπιστημιακά έδρανα! Ο πρώην σπουδαστής επιστρέφει στη γενέτειρά του και η δυναμική του παρουσία στην πολιτική ζωή της Αμαλιάδας, ως γραμματέας της τοπικής οργάνωσης, δημιουργεί ρίξεις με την καθεστηκυία τάξη. Ως αποτέλεσμα, ο νεαρός συλλαμβάνεται και εξορίζεται.
Επόμενος σταθμός το 1934, όταν ο Μπελογιάννης γίνεται μέλος του ΚΚΕ και εγκαινιάζεται έτσι η πρώτη πραγματικά δύσκολη περίοδος της ζωής του: φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια στην Ασφάλεια Πατρών και τρομοκρατία στα ιταλικά στρατόπεδα.
Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936 που θα φέρει πραξικοπηματικά στα πράγματα τον χουντικό Ιωάννη Μεταξά θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο τη ζωή του «κόκκινου» αγωνιστή. Το ανηλεές αντικομμουνιστικό μένος του δικτάτορα θα μεταφραστεί στη ζωή του Μπελογιάννη σε φυλακή, εξορία και βασανιστήρια.

Ο Μπελογιάννης κρατείται έτσι αιχμάλωτος στις φυλακές Ακροναυπλίου και εκεί θα τον βρει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος…

Αντιστασιακός στην Κατοχή, προδότης στον εμφύλιο

Τη στιγμή που οι ναζί εισβάλλουν στην Ελλάδα, ο Μπελογιάννης βρίσκεται όπως είπαμε πίσω από τα κάγκελα της δικτατορικής ανελευθερίας. Ζητά αμέσως από την πατριωτική υποτίθεται κυβέρνηση να απελευθερώσει αυτόν και τους 600 κομμουνιστές συγκρατούμενούς του για να ενταχθούν στην πολεμική προσπάθεια της χώρας μας, το χουντικό καθεστώς όμως όχι μόνο αρνείται, αλλά φροντίζει να παραδώσει τους έλληνες αγωνιστές στις ναζιστικές κατοχικές αρχές τον Απρίλιο του 1941.
Ο ασίγαστος Μπελογιάννης καταφέρνει να αποδράσει το 1943 και καταφεύγει αμέσως στα κορφοβούνια της Πελοποννήσου για να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ. Τώρα ήταν καπετάνιος μεραρχίας του ΕΛΑΣ, την ίδια ώρα που κρατούσε και τα ηνία του Γραφείου Περιοχής Πελοποννήσου του ΚΚΕ. Την άνοιξη του 1944, ο Μπελογιάννης γνώρισε τον Άρη Βελουχιώτη και οι δύο άντρες συνδέθηκαν με στενή φιλία.
Επόμενο ορόσημο στη ζωή του, αλλά και στον τόπο μας, ο Εμφύλιος Πόλεμος. Μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους ναζί κατακτητές, η Ελλάδα σπαράχθηκε από την εμφύλια διαμάχη και ο Μπελογιάννης αναλαμβάνει καθήκοντα Πολιτικού Επιτρόπου της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος.
Πλάι στην οργανωτική και καθοδηγητική του δουλειά, συγγράφει άρθρα και μελέτες που αφορούν στην ελληνική ιστορία αλλά και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Μετά την ήττα των κομμουνιστών, ο Μπελογιάννης ήταν πράγματι ένας από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν την Ελλάδα: τον Αύγουστο του 1949 παίρνει τελικά τον δρόμο της αυτοεξορίας και εγκαθίσταται σε γειτονικές χώρες του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ ως πολιτικός πρόσφυγας.
Έναν χρόνο αργότερα, τον Ιούνιο του 1950, ο Μπελογιάννης επαναπατρίζεται μυστικά ως μέλος πλέον της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, έχοντας ρητές εντολές να ανασυγκροτήσει τους εσωτερικούς μηχανισμούς του ΚΚΕ στην Αθήνα, το οποίο είχε μείνει ορφανό εξαιτίας των συλλήψεων και των εκτελέσεων των στελεχών του. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παραμένει βάσει νόμου παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κίνημα, το οποίο δρα υποτίθεται εναντίον της ελλαδικής εδαφικής ακεραιότητας…
Δίκη και εκτέλεση
Παρά το γεγονός ότι η μετεμφυλιακή ισορροπία στο εσωτερικό της Ελλάδας παραμένει εύθραυστη και κάθε γεγονός απειλεί να την ανατρέψει, ο Μπελογιάννης και άλλοι 93 σύντροφοί του συλλαμβάνονται τον Δεκέμβριο του 1950. Το κατηγορητήριο συντάχθηκε με βάση τον Αναγκαστικό Νόμο 509/1947 που επέμενε να βλέπει ως παράνομη δραστηριότητα και εγκληματική οργάνωση το ΚΚΕ. Ο Μπελογιάννης κατηγορείται για απόπειρα ανασυγκρότησης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και επιπλέον ως κατάσκοπος της ΕΣΣΔ.
Έπειτα από εννιά φριχτούς μήνες βασανιστηρίων, ο Μπελογιάννης οδηγείται στις 22 Οκτωβρίου 1951 ενώπιον του στρατοδικείου, μέλος του οποίου ήταν και ο μετέπειτα δικτάτορας Παπαδόπουλος (ο μόνος μάλιστα στρατοδίκης που ψήφισε κατά της θανατικής ποινής του αριστερού αγωνιστή). Η πρώτη αυτή δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου και ανάμεσα στις 12 θανατικές καταδίκες που μοίρασαν απλόχερα οι στρατοδίκες ήταν και του Μπελογιάννη. Η μετεμφυλιακή ισορροπία κινδύνευε τώρα με τορπιλισμό, την ίδια ώρα που καταφτάνουν αφρισμένα κύματα διαμαρτυρίας από την Ευρώπη.
«Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δεν ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ’ρθει η μέρα που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω», κατέληξε προφητικά λες ο Μπελογιάννης στην απολογία του.
Η διεθνής κατακραυγή αναγκάζει τον τότε πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα να ανακοινώσει την άρση της απόφασης. Αποφασίζεται ωστόσο ότι ο Μπελογιάννης και μερικοί ακόμη σύντροφοί του θα δικαστούν και πάλι για τη βαρύτερη αυτή τη φορά κατηγορία της κατασκοπείας, η οποία θα ενισχυθεί μάλιστα όταν οι Αρχές θα ανακοινώσουν στις 16 Νοεμβρίου 1951 ότι βρήκαν παράνομους ασυρμάτους σε στέκια κομμουνιστών σε Καλλιθέα και Γλυφάδα. Οι στρατοδίκες τρίβουν τα χέρια τους από το αναπάντεχο εύρημα, καθώς μπορούν πλέον να επιστρατεύσουν τον νόμο περί κατασκοπείας.
Η δεύτερη δίκη του Μπελογιάννη ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών αρχίζει στις 15 Φεβρουαρίου 1952 και το κατηγορητήριο εναρμονίζεται με τον μεταξικό νόμο 375/1936 περί κατασκοπείας. Δεσπόζουσα μορφή της δίκης, ο 37χρονος Μπελογιάννης, ο οποίος παρακολουθεί την όλη διαδικασία με το κόκκινο γαρύφαλλο στο χέρι, άψογα ντυμένος και αποκρούει τις κατηγορίες με περισσή ευπρέπεια και ψυχραιμία.
Ο Μπελογιάννης με τα λόγια του κατά τη διάρκεια της απολογίας του είχε δώσει το στίγμα της δίκης, μετατρέποντας τους στρατοδίκες του από κατηγόρους σε κατηγορούμενους. «Είμαι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και ακριβώς για την ιδιότητά μου αυτή δικάζομαι, γιατί το Κόμμα παλεύει και χαράζει το δρόμο της ειρήνης, της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας … Οι μάρτυρες φτάσανε μέχρι του σημείου να λένε πως κάθε κομμουνιστής είναι κατάσκοπος και πως οι κομμουνιστές δεν είναι Έλληνες και πως το ΚΚΕ δεν είναι ελληνικό κόμμα. Τι άτιμο ψέμα! Ο πατριωτισμός κάθε κόμματος μετριέται μόνο τότε που η λευτεριά και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας διατρέχει κίνδυνο. Απ’ αυτό και μόνο αν βγάζατε συμπέρασμα, θα σχηματίζατε τη σωστή εντύπωση για το χαρακτήρα του ΚΚΕ, που χωρίς καμία αμφιβολία πρόκειται για καθαρό πατριωτικό ελληνικό κόμμα».
Το δεύτερο αυτό μέρος της πολύκροτης δίκης έσπασε τα σύνορα της Ελλάδας και κέντρισε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Ο Μπελογιάννης δηλώνει εμφατικά ενώπιον των στρατοδικών: «Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από εκείνους που μας κατηγορούν. Το αποδείξαμε τότε που η λευτεριά, η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Παλεύουμε για να ξημερώσουν και για την πατρίδα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Κι αν χρειαστεί θυσιάζουμε γι’ αυτό και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα».
Την 1η Μαρτίου, ο Νίκος Μπελογιάννης, κρατώντας ένα γαρύφαλλο, όπως και κάθε μέρα της δίκης, ακούει τον πρόεδρο του στρατοδικείου να αναφέρει το όνομά του στους οκτώ κομμουνιστές που καταδικάζονται σε θάνατο (Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νίκος Καλούμενος, Τάκης Λαζαρίδης, Χαρίλαος Τουλιάτος, Μιλτιάδης Μπισμπιάνος και Έλλη Ιωαννίδου).
Διαδηλώσεις και πορείες συμπαράστασης οργανώνονται όχι μόνο στις χώρες του κομμουνιστικού τόξου αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.  Αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Στρατοδικείου, φτάνει στην Ασφάλεια Αθηνών, ένα γράμμα που περιπλέκει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Συντάκτης του κειμένου είναι ο ήδη καταζητούμενος, Νίκος Πλουμπίδης, ηγετικό στελέχος του ΚΚΕ, ο οποίος αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη των ασυρμάτων καθώς και την καθοδήγηση του παράνομου δικτύου του ΚΚΕ στην Ελλάδα και δεσμεύεται να παραδοθεί στις αστυνομικές αρχές, αρκεί να μην εκτελεστεί ο Μπελογιάννης και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι. Ο ίδιος, όντας φυματικός και με την υγεία του άκρως βεβαρημένη, ζητάει να πάρει τη θέση του Μπελογιάννη στο απόσπασμα. Τη γνησιότητα της επιστολής Πλουμπίδη αμφισβητείται από το ΚΚΕ, όχι όμως και από το υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο αρνείται ωστόσο να διαπραγματευτεί με τον καταζητούμενο Πλουμπίδη. Όλες οι προσπάθειες και οι διεθνείς πιέσεις για απόδοση χάρης στον Μπελογιάννη απέβησαν άκαρπες.


Ο Μπελογιάννης ήταν ζευγάρι με την Έλλη Παππά, επίσης ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ, που συνελήφθη και αυτή τον Δεκέμβριο του 1950. Οδηγήθηκαν αμφότεροι στη φυλακή και έμειναν στην απομόνωση μέχρι την πρώτη τους δίκη, που έγινε όπως είπαμε σχεδόν έναν χρόνο μετά. Η σύντροφος στη ζωή και τον αγώνα του Μπελογιάννη καταδικάστηκε επίσης σε θάνατο, δεν εκτελέστηκε ωστόσο γιατί κυοφορούσε το παιδί του Μπελογιάννη (αν και η ίδια ζήτησε επανειλημμένως να εκτελεστεί ώστε να πεθάνει στο πλευρό του αγωνιστή). Ο γιος τους, Νίκος, γεννήθηκε μέσα στη φυλακή τον Αύγουστο του 1951, αν και ο Μπελογιάννης δεν πρόλαβε να τον αντικρίσει ποτέ.


Μετά την καταδικαστική ανακοίνωση του στρατοδικείου, οι Μπελογιάννης και Παππά δεν προχωρούν σε αίτηση αναψηλάφησης της δίκης και κρατούνται σε χωριστά κελιά. Έξω από τα κάγκελα της φυλακής όμως το κίνημα για την απελευθέρωσή τους έχει φουντώσει και τώρα έχει αποκτήσει κατακλυσμιαίες διαστάσεις. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο διαμαρτύρονται για την επικείμενη εκτέλεσή τους. «Εάν έκανα δήλωση αποκήρυξης θα αθωωνόμουνα κατά πάσα πιθανότητα μετά μεγάλων τιμών», λέει ο Μπελογιάννης, «αλλά η ζωή μου συνδέεται με την ιστορία του ΚΚΕ και τη δράση του… Δεκάδες φορές μπήκε μπροστά μου το δίλημμα: Να ζω προδίδοντας τις πεποιθήσεις μου, την ιδεολογία μου, είτε να πεθάνω, παραμένοντας πιστός σ’ αυτές. Πάντοτε προτίμησα τον δεύτερο δρόμο και σήμερα τον ξαναδιαλέγω».


Μ’ αυτά και μ’ αυτά, στις 30 Μαρτίου ο βασιλικός επίτροπος, συνταγματάρχης Αθανασούλας, ανακοινώνει στους Μπελογιάννη, Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση ότι η αίτηση χάρης απορρίφθηκε. Ξημερώματα πια Κυριακής, οι φύλακες ανοίγουν το κελί του, αν και κανείς δεν κατάλαβε τι συνέβαινε μιας και όλοι ήξεραν ότι εκτελέσεις δεν γίνονται ποτέ την Κυριακή. Μέχρι και οι παράφρονες ναζί σεβάστηκαν τον άγραφο αυτό νόμο.


Κατά τις 2:30 τη νύχτα, το κρατητήριο φωτίζεται. Ο Μπελογιάννης πετιέται όρθιος. Ένας φύλακας ανοίγει την πόρτα, ο Μπελογιάννης καταλαβαίνει τι γίνεται και τον ρωτά: «Πάμε για καθαρό αέρα ε;». «Ναι, Νίκο», του απαντά ο δεσμοφύλακας, «πάτε για εκτέλεση». Οι δήμιοι του Μπελογιάννη αποφάσισαν να τους εκτελέσουν Κυριακή για να πιάσουν εξαπίνης τον κόσμο και να προλάβουν τις κινητοποιήσεις.


Στις 3:48, η αυτοκινητοπομπή που μεταφέρει τους μελλοθάνατους καταφτάνει στο Γουδή. Στις 4:00, όλοι βρίσκονται στις θέσεις τους: 24 κάννες σημαδεύουν τέσσερα κορμιά που μέσα τους χωρά όλη η δύναμη και η αξιοπρέπεια ενός λαού. Στις 4:12, δίνεται η χαριστική βολή. Λέγεται ότι στο άκουσμα των πυροβολισμών ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας κατέρρευσε κυριολεκτικά, αφού όλη η πολιτική κατευνασμού του και ειρηνικής συμφιλίωσης είχε αποτύχει παταγωδώς.



Την επόμενη μέρα της εκτέλεσης, ο Πάμπλο Πικάσο σχεδίασε το γνωστό σκίτσο του εμπνευσμένο από τη φωτογραφία του Μπελογιάννη κατά τη δίκη του, με την οποία θα έμενε διεθνώς γνωστός ως «Άνθρωπος με το Γαρίφαλο». Τα άσχημα μαντάτα έφτασαν γρήγορα μέχρι το στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων του Άη Στράτη, εκεί που ήταν μαντρωμένος άλλος ένας εξόριστος, ο Γιάννης Ρίτσος.


Ο μεγάλος μας ποιητής έγραψε την ίδια αποφράδα μέρα το ποίημα «Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο»: 
Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.



Οι στίχοι του Ρίτσου ανταμώθηκαν με τα λόγια του γάλλου συναδέλφου του Πολ Ελιάρ, ο οποίος παρηγόρησε τις χιλιάδες των Γάλλων που έκλαψαν τον Μπελογιάννη: «Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός. Δεν θυσίασε τίποτα από την τιμή και την ελπίδα μας για ένα αύριο φωτεινό. Χαμογελούσε»…



Απο την απολογία του Ν.Μπελογιάννη:


ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ισχυρίζεστε ότι ήρθα εδώ για να εφαρμόσω τις αποφάσεις των ολομελειών της ΚΕ του ΚΚΕ;

ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Μάλιστα.

ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Οι αποφάσεις αυτές λένε, ότι βάση της δράσης του ΚΚΕ είναι ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες, την ειρήνη. Ετσι δεν είναι;

ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Ετσι.

ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Επομένως, ο αγώνας για το ψωμί, τις δημοκρατικές ελευθερίες και την ειρήνη είναι συνωμοσία κατά της Ελλάδας;

ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Οχι.

ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Ευχαριστώ. Αυτό μονάχα ήθελα να διευκρινίσω.

***

Την 1η Μάρτη του ’52, το στρατοδικείο εκδίδει την απόφασή του: «Εις θάνατον».

Την ίδια μέρα, οι ΗΠΑ μέσω του οργάνου τους, τη «Φωνή της Αμερικής» αναφωνούν:

«Η δίκη αυτή είναι ένα από τα σπουδαιότερα παγκόσμια γεγονότα τα οποία εσημειώθησαν τον Φεβρουάριον του ’52. Αποτελεί δίδαγμα διά τον ελεύθερον κόσμον. Αποδεικνύει ότι τα απανταχού κομμουνιστικά κόμματα δεν εμπνέονται από πολιτικούς σκοπούς αλλά αποτελούν οργανώσεις κατασκοπίας».

***

«Ο υπαρχιφύλαξ, διαταχθείς υπό του διευθυντού του, μετέβη αμέσως εις την πτέρυγαν όπου ευρίσκοντο τα κελιά των 8 μελλοθανάτων και εισήλθεν πρώτον εις το υπ’ αριθμ. 2 απομονωτήριον, εις το οποίο εκρατούντο οι Μπελογιάννης, Λαζαρίδης και Μπάτσης. Πλησιάζει τον Μπελογιάννη.

*

«Νίκο σήκω»

Ατάραχος ο Μπελογιάννης σηκώνεται και λέει:

«Πάμε για καθαρό αέρα;»

«Ναι, του απαντά, σας πάνε για εκτέλεση» (…)»




Aπόσπασμα απο την ταινία " Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο" με την απολογία του Ν. Μπελογιάννη








«Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν εκινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και, ακριβώς, αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα».
   Ήταν τα τελευταία λόγια του Μπελογιάννη κατά την απολογία του, το Φλεβάρη του '52. Λίγες μέρες πριν από την εκτέλεσή του. Λόγια ποτισμένα μέσα στο καμίνι της πράξης, ειπωμένα με «όπλο» ένα γαρύφαλλο απέναντι στις κάννες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Λόγια και πράξη, που θα αποτελούν πάντα σύμβολο του πατριώτη, του διεθνιστή, του ανθρώπου, του κομμουνιστή.



#newsit,sansimera,wikipedia






0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.